κατεργαζόμενοι
<< κατεργαζομένη
κατεργαζόμενοι

κατεργαζόμενοι (katergazomenoi) — 1 Occurrence

Romans 1:27 V-PPM/P-NMP
BIB: τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καὶ τὴν
NAS: men with men committing indecent acts
KJV: men working that which is unseemly,
INT: the shame working out and the


Strong's Greek 2716
22 Occurrences


κατειργάσατο — 3 Occ.
κατειργάσθαι — 1 Occ.
κατειργάσθη — 1 Occ.
κατεργασάμενοι — 1 Occ.
κατεργασάμενον — 1 Occ.
κατεργασάμενος — 1 Occ.
κατεργάζεσθαι — 1 Occ.
κατεργάζεσθε — 1 Occ.
κατεργάζεται — 6 Occ.
κατεργάζομαι — 3 Occ.
κατεργαζομένη — 1 Occ.
κατεργαζόμενοι — 1 Occ.
κατεργαζομένου — 1 Occ.

κατειργάσθαι — 1 Occ.
κατειργάσθη — 1 Occ.
κατεργασάμενοι — 1 Occ.
κατεργασάμενον — 1 Occ.
κατεργασάμενος — 1 Occ.
κατεργάζεσθαι — 1 Occ.
κατεργάζεσθε — 1 Occ.
κατεργάζεται — 6 Occ.
κατεργάζομαι — 3 Occ.
κατεργαζομένη — 1 Occ.
κατεργαζομένου — 1 Occ.
κατῆλθεν — 2 Occ.
κατήλθομεν — 2 Occ.
κατῆλθον — 4 Occ.
κατελθεῖν — 2 Occ.
κατελθὼν — 3 Occ.
ΚΑΤΕΛΘΟΝΤΕΣ — 1 Occ.
κατελθόντων — 1 Occ.
κατερχομένη — 1 Occ.
κατάφαγε — 1 Occ.


<< κατεργαζομένη
κατεργαζόμενοι

Englishman's Greek Concordance