καταξιωθέντες
<< καταξιωθῆναι
καταξιωθέντες

καταξιωθέντες (kataxiōthentes) — 1 Occurrence

Luke 20:35 V-APP-NMP
BIB: οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος
NAS: but those who are considered worthy to attain
KJV: But they which shall be accounted worthy to obtain
INT: the [ones] however having been accounted worthy to the age


Strong's Greek 2661
3 Occurrences


καταξιωθῆναι — 1 Occ.
καταξιωθέντες — 1 Occ.
κατηξιώθησαν — 1 Occ.

καταντήσαντες — 1 Occ.
καταντήσω — 1 Occ.
καταντήσωμεν — 1 Occ.
κατήντηκεν — 1 Occ.
κατηντήσαμεν — 3 Occ.
κατήντησαν — 2 Occ.
Κατήντησεν — 3 Occ.
κατανύξεως — 1 Occ.
κατενύγησαν — 1 Occ.
καταξιωθῆναι — 1 Occ.
κατηξιώθησαν — 1 Occ.
καταπατήσας — 1 Occ.
καταπατήσουσιν — 1 Occ.
καταπατεῖν — 1 Occ.
καταπατεῖσθαι — 1 Occ.
κατεπατήθη — 1 Occ.
καταπαύσεώς — 1 Occ.
κατάπαυσίν — 8 Occ.
κατέπαυσαν — 1 Occ.
κατέπαυσεν — 3 Occ.


<< καταξιωθῆναι
καταξιωθέντες

Englishman's Greek Concordance