καταργεῖται
<< καταργεῖ
καταργεῖται

καταργεῖται (katargeitai) — 2 Occurrences

1 Corinthians 15:26 V-PIM/P-3S
BIB: ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος
NAS: enemy that will be abolished is death.
KJV: enemy [that] shall be destroyed [is] death.
INT: [The] last enemy annulled [is] death

2 Corinthians 3:14 V-PIM/P-3S
BIB: ἐν Χριστῷ καταργεῖται
NAS: because it is removed in Christ.
KJV: which [vail] is done away in
INT: in Christ is being annulled


Strong's Greek 2673
27 Occurrences


καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθῇ — 1 Occ.
καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργεῖται — 2 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.
κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.

κατηράσω — 1 Occ.
καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθῇ — 1 Occ.
καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.
κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.
κατηριθμημένος — 1 Occ.


<< καταργεῖ
καταργεῖται

Englishman's Greek Concordance