καταδικασθῆτε
<< καταδικασθήσῃ
καταδικασθῆτε

καταδικασθῆτε (katadikasthēte) — 1 Occurrence

Luke 6:37 V-ASP-2P
BIB: οὐ μὴ καταδικασθῆτε ἀπολύετε καὶ
NAS: and do not condemn, and you will not be condemned; pardon,
KJV: not be condemned: forgive,
INT: no not you be condemned Forgive and


Strong's Greek 2613
6 Occurrences


καταδικασθήσῃ — 1 Occ.
καταδικασθῆτε — 1 Occ.
καταδικάζετε — 1 Occ.
καταδίκην — 1 Occ.
κατεδικάσατε — 2 Occ.

καταγάγῃς — 1 Occ.
καταγαγεῖν — 1 Occ.
καταγαγὼν — 1 Occ.
καταγαγόντες — 1 Occ.
κατήχθημεν — 1 Occ.
κατήγαγον — 2 Occ.
κατηγωνίσαντο — 1 Occ.
κατέδησεν — 1 Occ.
κατάδηλόν — 1 Occ.
καταδικασθήσῃ — 1 Occ.
καταδικάζετε — 1 Occ.
καταδίκην — 1 Occ.
κατεδικάσατε — 2 Occ.
κατεδίωξεν — 1 Occ.
καταδουλώσουσιν — 1 Occ.
καταδουλοῖ — 1 Occ.
καταδυναστευομένους — 1 Occ.
καταδυναστεύουσιν — 1 Occ.
καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.


<< καταδικασθήσῃ
καταδικασθῆτε

Englishman's Greek Concordance