καταρτισμὸν
<< 2676
2677. καταρτισμός (katartismos)

Strong's Greek: 2677. καταρτισμός (katartismos) — 1 Occurrence

Ephesians 4:12 N-AMS
BIB: πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων
NAS: for the equipping of the saints
KJV: For the perfecting of the saints, for
INT: with a view to the perfecting of the saints


Strong's Greek 2677

καταρτισμὸν — 1 Occ.

καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.
κατάρτισιν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.


<< 2676
2677. καταρτισμός (katartismos)

Englishman's Greek Concordance